gr | en | fr | de | it

Paros Butterflies


Δραστηριότητες

Μερικές απο τις δραστηριότητες σας μπορούν να συμπεριλαμβάνουν ευχάριστες βόλτες στα παραkάτω αξιοθέατα:
Αγιος Αρσένιος (διαβάστε περισσότερα), Βυζαντινός Νερόμυλος (διαβάστε περισσότερα), Μονή Μεταμορφώσεως (διαβάστε περισσότερα), Πύργος των Αλησαφηδων (διαβάστε περισσότερα).

ΑΓΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ

Σε απόσταση λίγων δεκάδων μέτρων από την μονή Χριστού Δάσους, η οποία βρίσκεται 5 χλμ. περίπου νότια της Παροικίας, υψώνεται μεγαλοπρεπής ο νέος μεγάλος ναός του προστάτη της Πάρου, Αγ. Αρσενίου του θαυματουργού.

Ο ναός αυτός θεμελιώθηκε το έτος 1998 και εγκαινιάσθηκε το 2003 (1). Είναι μία τρουλλαία βασιλική, παραλαγή του τόπου του εγγεγραμμένου σταυρού, με δύο κωδωνοστάσια στην πρόσοψή του και με πρόπυλο, που δίνει την εντύπωση εξωτερικού κιονοστήρικτου νάρθηκα. Το δυτικό σκέλος του εγγεγραμμένου με κιονοστοιχίες σταυρού είναι μακρύτερο από τα άλλα και έχει αριστερά και δεξιά του χώρους που στεγάζονται με τέσσερα σταυροθόλια, η κάθε πλευρά. Το δάπεδό του είναι στρωμένο με μάρμαρα. Αριστερά και δεξιά του Ιερού Βήματος υπάρχει από μία κόγχη, με την δική της Αγία Τράπεζα και πρόθεση και τη δική της πύλη, επικοινωνούν όμως ελεύθερα με το κεντρικό ιερό, γι' αυτό και χρησιμοποιούνται ως διακονικά. Το τέμπλο είναι ξύλινο, με βαρύ σκάλισμα, αχρύσωτο, έργο τέχνης (2). Τα τέμπλα των δύο μικρότερων ιερών, βόρεια και νότια του κεντρικού, είναι χαμηλότερα, με το ίδιο όμως περίτεχνο σκάλισμα. Στο κεντρικά τέμπλο, αριστερά και δεξιά της Ωραίας Πύλης, βρίσκονται ανά δύο, μεγάλες εικόνες διαστάσεων 0,80Χ1,05μ. Αριστερά: α) Πανάγια η Αμόλυντη και β) Ο Αγ. Αρσένιος, ὁ εν Πάρω, ο θαυματουργός. Δεξιά της Ωραίας Πάλης: α) Ο Χριστός Παντοκράτωρ. και β) Ο Αγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος. Στα τέμπλα των πλάγιων ιερών, βρίσκονται οι παρακάτω εικόνες, διαστάσεων. 0,38Χ0,87μ.: Στο βόρειο, αριστερά της Πύλης, ο Αγ. Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος και δεξιά, ὁ Αγ. Νεκτάριος ο εν Αιγίνη , Στο νότιο ιερό, αριστερά της Πύλης: Οι Γέροντες της Πάρου, Κύριλλος ο Πάριος, ηγούμενος της Ι. Μ. Αγ. Γεωργίου Λαγκάδας και Φιλόθεος ο εν Πάρω, ηγούμενος της Ι. Μ. Λογγοβάρδας και δεξιά: Οι εν τη Ι. Μητροπόλει Παροναξίας διαλάμψαντες άγιοι. Στην εικόνα αυτά εικονίζονται οι άγιοι: Αρσένιος, Αθανάσιος ο Ποιος, Νικόδημος ο Αγιορείτης, Νικόλαος ο Πλανάς και η όσια Θεοκτίστη. Όλες οι εικόνες που αναφέρονται παραπάνω είναι πολύ καλής τέχνης και έχουν φιλοτεχνηθεί από τον παριανό αγιογράφο κ. Κων. Τριαντάφυλλο, τα έτη 2002 και 2003. Αριστερά της κεντρικής εισόδου, στην πρόσοψη του ναού, έχει εντοιχισθεί μαρμάρινη αναθηματική πλακά (3).

Για την ολοκλήρωση του έργου, απομένουν να πραγματοποιηθούν η διευθέτηση και ο εξωραϊσμός του περιβάλλοντα τον ναό χώρου και η κατασκευή βοηθητικών χώρων. Με την ανέγερση αυτού του μεγάλου και ωραίου ναού, ο διακαής πόθος του Μητροπολίτη και των ευσεβών Παριανών, με τη βοήθεια του Θεού και τις ευλογίες του αγ. Αρσενίου, έγινε πραγματικότητα. (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ) 1.

Από το έτος 1980 είχαν αρχίσει οι προσπάθειες ανεγέρσεως νέου μεγάλου ναού, προς τιμήν του προστάτη της Πάρου Αγ. Αρσενίου. Είχε αποφασισθεί να ανεγερθεί στη μονή Χριστού Δάσους, στην οποία ο άγιος έζησε, αγίασε και εκοιμήθη και στην οποία βρίσκεται ο τάφος του και ο μικρός ναός που είχε κτίσει πάνω απ' αυτόν, ο τότε Μητροπολίτης Παροναξίας, μακαριστός Χερουβείμ Ανινος. Τα χρόνια πέρασαν και το έτος 1990 ηλθε από το Κιλκίς, ως Μητροπολίτης Παροναξίας, ο Παριανός επίσκοπος κ. Αμβρόσιος Στάμενας. Ένας από τους πρώτους στόχους που έθεσε ο ναός Μητροπολίτης ήταν η ανέγερση του νέου μεγάλου ναού του Αγ. Αρσενίου. Έπειτα από πολλές περιπέτειες, αποφασίσθηκε ο νέος ναός να αναγερθεί στην περίοπτη θέση που σήμερα υψώνεται. Οι εργασίες προχώρησαν ταχύτατα και σε σύντομο χρονικό διάστημα ολοκληρώθηκαν, χάρη στις ακοίμητες φροντίδες του Μητροπολίτη κ. Αμβροσίου, τις προσπάθειες του δραστήριου Προέδρου της Ερανικής Επιτροπής πρωτ. Κων/νου Θεολογίτου και των άξιων συνεργατών του κ. Θεοδώρου Μπιζά, Παντελή Σιφναίου κ.α., με την οικονομική συμπαράσταση του Ἱ. Προσκυνήματος της Εκατονταπυλιανής, με την βοήθεια του Συλλόγου "Άγιος Αρσένιος" των Αθηνών και προπάντων, με τας γενναίες συνεισφορές επωνύμων και ανωνύμων πιστών.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2002, σε μία λαμπρή τελετή, έγιναν τα εγκαίνια τοι ωραίου αυτού ναού, από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Παροναξίας κ. Αμβρόσιο, παρουσία μεγάλου πλήθους πιστών. Είναι έργο του Ναουσαίου ξυλογλύπτη κ. Αντωνίου Ρούσσου, του οποίου έργα κοσμούν πολλούς ναούς του νησιού. Στην αναθηματική αυτή πλάκα είναι χαραγμένη η παρακάτω επιγραφή: "Ο πάνσεπτος ούτος ιερός ναός του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Αρσενίου, του εν Πάρω ασκήσαντος του θαυματουργού, ωκοδομήθη αρχιερατεύοντος Παροναξίας του Μητροπολίτου Ἀμβροσίου Στάμενα, θεμελιωθείς την 20ην Σεπτεμβρίου 1998 και εγκαινιασθείς την 15ην Σεπτεμβρίου 2002, χορηγήσει και συνδρομή Ιερού Προσκυνήματος Παναγίας Εκατονταπυλιανής, της των απανταχού Παρίων και φιλοσίων ορθοδόξων χριστιανών, κόποις και επιστασίαις του πρωτοπρ. Κωνσταντίνου Θεολογίτου και των μελών της Ερανικής Επιτροπής Ανεγέρσεως".

πάνω στην αρχή της σελίδας

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΝΕΡΟΜΥΛΟΣ

Η εκμετάλλευση της ενέργειας που μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο το νερό, δηλαδή της υδρενέργειας ή υδραυλικής ενέργειας, αναμφίβολα ήταν το πιο σημαντικό βήμα στην εξέλιξη των μέσων που χρησιμοποίησε για το άλεσμα, αρχικά των δημητριακών. Με την εφεύρεση του νερόμυλου αξιοποιήθηκε η φυσική δύναμη για κίνηση μηχανισμού, που έως τότε γινόταν με ζωική ή ανθρώπινη μυϊκή ενέργεια με παράλληλη αύξηση της παραγωγής.

Στον Ελληνικό χώρο λειτούργησαν και οι δύο βασικοί τύποι νερόμυλου με τις διάφορες παραλλαγές τους: ο παλαιότερος«ρωμαϊκός» με την όρθια εξωτερική φτερωτή και κυρίως ο «ανατολικός» ή «ελληνικός» με τη μικρότερη εσωτερική οριζόντια, ο οποίος ονομάστηκε έτσι γιατί είχε εξαπλωθεί στο βυζαντινό κράτος. Στο Γεωργικό Νόμο του Ιουστινιανού μάλιστα, συμπεριλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για τη λειτουργία του.

Με την εφεύρεση του οριζόντιου υδρoτροχού, λύθηκε το πρόβλημα κατασκευής νερόμυλων και σε περιοχές όπου δεν υπήρχε ροή μεγάλης ποσότητας νερού την οποία απαιτούσε ο όρθιος. Έτσι, μπορούσαν πια να εξυπηρετήσουν και ορεινούς οικισμούς αλλά και νησιά, αρκεί να υπήρχε κάποιο κεφαλάρι ή ρυάκι, έστω και με μικρή ποσότητα. Παράλληλα, όμως, προέκυψε η ανάγκη κατασκευής υδραυλικών έργων υποδομής για τη συγκέντρωση του νερού (νεροκράτες), τη μεταφορά του (νεραύλακα), την αποθήκευση του (στέρνες) και, τέλος τη διοχέτευση του στο μηχανισμό κίνησης της εγκατάστασης (υδατόπυργοι). Η αξία αυτών των έργων μερικές φορές ήταν μεγαλύτερη από την αξία του ίδιου του μύλου.

Δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό των ελληνικών νερόμυλων. Εκτιμάται όμως ότι πρέπει να πλησιάζουν τους 30.000. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στον νομό Κυκλάδων βρέθηκαν περισσότεροι από 300,παρά την ύπαρξη τόσων ανεμόμυλων και την έλλειψη νερού. Ένας από αυτούς είναι και ο ευρισκόμενος εις την περιοχή «Πεταλούδες» του Δήμου Πάρου και συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά του «ελληνικού» νερόμυλου.

Αρχιτεκτονική και μηχανισμός

Ως προς την θέση που χτίζονταν όταν είχαν κατασκευαστεί έξω από τα χωριά, τους συναντάμε μεμονωμένους, μέσα σε καλλιεργούμενες εκτάσεις και αποτελούσαν τμήμα του αγροτικού συγκροτήματος ή ήταν ανεξάρτητα κτίσματα όπως ο ανωτέρω. Η κατασκευή του κτίσματος του νερόμυλου ακολουθεί την τοπική αρχιτεκτονική συνήθεια και μέθοδο όπως είχε διαμορφωθεί από τα διαθέσιμα υλικά. Έτσι εδώ βρίσκουμε δώματα επίπεδα με διάφορους τρόπους κατασκευής, με τόξα και θολωτές καλύψεις.

Οι εξωτερικοί τοίχοι ήταν πέτρινοι. Το κτίσμα του μύλου ήταν μονόχωρο με δύο επίπεδα στο δάπεδο. Στο χαμηλότερο, αμέσως μετά την εξώθυρα, γίνονταν οι συναλλαγές και η αναμονή των πελατών. Στο υψηλότερο, με διαφορά δύο - τριών βαθμίδων γίνονταν το άλεσμα. Το παράθυρο ήταν μόνο ένα, το δάπεδο από πατημένο χώμα και επειδή είχε κρύο, υπήρχε και τζάκι.

Ο μηχανισμός του νερόμυλου με την οριζόντια φτερωτή αποτελούνταν από τον κινητικό που ήταν εγκατεστημένος σε ένα μικρό χώρο κάτω από τον μύλο, με την φτερωτή και τα βοηθητικά συστήματα ρύθμισης διακοπής της λειτουργίας κλπ. , και ο αλεστικός με τις μυλόπετρες και το βοηθητικό σύστημα τροφοδοσίας τους. Η υδατόπτωση που δίνει την δυναμική ενέργεια, η οποία παράγεται από τη διαφορά στάθμης της επιφάνειας του νερού γίνεται με τον εξής τρόπο: κατασκευαζόταν πύργος βαθμιδωτός που βρισκόταν έξω από το περίγραμμα του κυρίου κτίσματος του μύλου και το ύψος του εξαρτιόταν από το σημείο παροχής του νερού. Εξωτερικά ήταν κατασκευασμένος από σχιστόπλακα (τοίχοι, πρέκια, δάπεδα, σκαλοπάτια, τζάκια, ντουλαπάκια κ.α.). Εσωτερικά είχε κατακόρυφη τρύπα μεταβλητής διατομής (στένευε κατεβαίνοντας) επιχρισμένη με υδραυλική κονία, που γέμιζε νερό, το οποίο από σχεδόν οριζόντια έξοδο στο ύψος της φτερωτής, εκτινασσόταν με δύναμη από την υδροστατική πίεση στα φτερά της και κτυπώντας τα, την περιέστρεφε. Οι μυλόπετρες απαναριά και καταριά είχαν μικρή διάμετρο (70 - 80 εκ.) και συνήθως τις συναρμολογούσαν από χρησιμοποιημένες μυλόπετρες ανεμόμυλων.

Στον νερόμυλο άλεθαν συνήθως κριθάρι και πιο σπάνια σιτάρι, και καλαμπόκι. Η αμοιβή του μυλωνά (αλεστικό ή αξάι) καταβαλλόταν συνήθως σε είδος με ποσοστό που άρχιζε από 3% έως 5% σε όγκο, όπου υπήρχε μεγάλη παραγωγή και έφθανε στο 10% - 12% όπου ο μύλος δούλευε λίγο.

Η αλεστική ικανότητα του μύλου όσο υπήρχε η απαιτούμενη ποσότητα νερού, έφθανε τις 100 οκάδες την ώρα και επειδή δούλευε συνήθως 12ωρο, μπορούσε να αλέσει 1200 οκάδες την ημέρα. Όταν όμως το νερό ήταν λίγο και έπρεπε να περιμένουν να ξαναγεμίσει η στέρνα, με δυσκολία έφθανε τις 200 οκάδες.

Οι λόγοι που προτιμούσαν την κατασκευή νερόμυλου, όπου υπήρχε έστω και λίγο νερό, ακόμα και εκεί όπου οι συνθήκες ήταν πιο ευνοϊκές για τους ανεμόμυλους, ήταν οι εξής: μικρότερη δαπάνη και χρόνος κατασκευής, πολύ περιορισμένος κίνδυνος ζημιών και φθορών, πολύ λιγότερος κόπος λειτουργίας και έξοδα συντήρησης, και τέλος λειτουργία ανεξάρτητη από καιρικές συνθήκες.

Στις Κυκλάδες λειτουργούσαν νερόμυλοι, παρότι κύρια πηγή ενέργειας για την παραγωγή αλευριού ήταν ο άνεμος. Μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί δύο στην Αμοργό, τρεις στη Σίφνο, τέσσερις στη Σέριφο, οκτώ στην Πάρο, έντεκα στην Κέα, περί τους είκοσι στην Τήνο, ενενήντα στη Νάξο, και εκατό πενήντα τέσσερις στην Άνδρο. Ανήκαν κατά κανόνα σε φυσικά πρόσωπα και αποτελούσαν επιχειρήσεις οικογενειών. Ένας μικρός αριθμός από αυτούς ήταν (καλογερικοί) ανήκαν δηλαδή σε μοναστήρια.

Η ποικιλία των νερόμυλων του Αιγαίου είναι πραγματικά μεγάλη και εντυπωσιακές οι ιδιαιτερότητές τους. Αυτό από μόνο του προδίδει αναμφισβήτητα την ιδιαίτερη ανάπτυξη κάθε τόπου και έχει πολλά να μας διδάξει για την κουλτούρα του και τις ιδιαιτερότητές του. Γιατί είναι τα έργα κάθε τόπου συγκροτούν την ταυτότητά του.

Οι νερόμυλοι θα πρεπε να χαρακτηρισθούν ιστορικά ή παραδοσιακά διατηρητέα μνημεία, που «χρήζουν ειδικής κρατικής μέριμνας» ή συντελούν σε τοπία «φυσικού κάλλους».

Είναι λοιπόν ευχής έργο, ο συγκεκριμένος νερόμυλος αντί να καταρρεύσει να χαρακτηριστεί διατηρητέος και να διασωθεί.

Βιβλιογραφία:
Εφημερίδα Καθημερινή (Επτά μέρες- Ελληνικοί νερόμυλοι)
άρθρα των: (Δώρας Αντωνίου, Μαρίας Σιγάλου).

πάνω στην αρχή της σελίδας

ΜΟΝΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ

ΜΟΝΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ (ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ) - ΑΓ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ

Γυναικεία, κοινοβιακή, του 17ου αi. Aπέχει νοτιοδυτικά της Παροικίας περί τα 6 χιλιόμετρα. Τo καθολικό τιμάται στο άνομα της Μεταμορφώσεως του Χριστού, ενώ στο βόρειο τμήμα της δυτικής, εξωτερικής αυλής, είναι κτισμένος ο ναός του πολιούχου της Πάρου Αγίου Αρσενίου (1800 - 1877), εκεί όπου και ο τάφος του. Η τιμία κάρα του φυλάσσεται στη Μονή.

Το κτηριακό συγκρότημα αποτελούσε «υποστατικό» της οικογένειας Νικ. Μαυρογένη ως το 1793, όταν τότε η σύζυγός του και τα παιδιά του το αφιέρωσαν στον Δημοτικό ναό της Πανάγιας Εκατονταπυλιανής, της οποίας οι επίτροποι, και πρόκριτοι της Παροικίας, απεφάσισαν το 1805 να ιδρύσουν κοινοβιακή Μονή. Μετά την κοίμηση όμως του Αγ. Αρσενίου (1877) μετετράπη σε ἰδιόρρυθμη και, τέλος, από το 1977 και εξής λειτουργεί ως κοινοβιακή, με ηγουμένη σήμερα την οσιωτάτη μοναχή Αρσενία Τσαντουλή και μοναχές μόνον τρεις.

Ἡ ίδρυση και αναδιοργάνωση της Μονής Χριστού οφείλονται στον ηγούμενο της Μονής Αγ. Γεωργίου Λαγκάδας - Μαρπήσσης π. Κύριλλο Παπαδόπουλο (1745 - 1833). Η Μονή καλείται και Άγιος Αρσένιος, επειδή εδώ εκοιμήθη στις 31 Ιανουαρίου 1877, είχε δε διατελέσει πνευματικός πατέρας των μοναζουσών και ηγούμενος της Μονής Αγ. Γεωργίου Λαγκάδας - Μαρπήσσης.

Σήμερα, έξω από τη Μονή, έχει κτισθεί λαμπρός ναός προς τιμήν του, όπου εκεί τελούνται δύο πανηγύρεις (31 Ιανουαρίου και 18 Αυγούστου, ημέρα ανακομιδῆς των λειψάνων του). Εγκαινιάσθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2002 από τον Σεβ. Μητροπολίτη Παροναξίας κ. Αμβρόσιον, ὁ οποίος υπήρξε και πρωτεργάτης της ιδρύσεως του νέου ναού.

Πνευματικοί πατέρες της Μονής Χριστού από το 1805 είχαν αναλάβει οι ιερομόναχοι Ιωάσαφ Κοντός, ηγούμενος της Ι. Μονής Αγ. Χαραλάμπους, του οποίου η μητέρα και οι αδελφές του εμόναζαν στον Χριστό, Κύριλλος Παπαδόπουλος, Ηλίας Γεωργιάδης, Αγ. Αρσένιος κ.α., και οι ηγούμενοι της Μονής Λογγοβάρδας, που ανακαίνισαν και το μοναστηριακό συγκρότημα και υπήρξαν στυλοβάτες της Μονής. Στη χάρη του θαυματουργού αγίου καταφθάνουν κατ' έτος χιλιάδες πιστοί προσκυνητές, ζητώντας τη βοήθεια και το έλεός του.

πάνω στην αρχή της σελίδας

ΠΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΑΛΗΣΑΦΗΔΩΝ

Σε απόσταση 500 μέτρων από τις «Πεταλούδες» και στην κορυφή ενός μικρού λόφου, δεσπόζει ο θρυλικός Πύργος των Αλησάφηδων, (σήμερα είναι ερειπωμένος και εγκαταλελειμμένος, κατοικία των πλασμάτων του Θεού).

Η παράδοση διασώζει τα εξής: Το καιρό της τουρκοκρατίας ζούσαν στον πύργο αυτό 12 αδέλφια με την ωραία και μονάκριβη αδελφή τους που το επίθετό τους ήταν Αλησάφης.

Κάποιο φθινοπωρινό απόγευμα έφθασαν στις δυτικές ακτές του νησιού Αλγερινοί πειρατές. Σκοπός τους ήταν να αρπάξουν την μονάκριβη αδελφή των Αλησάφηδων καθώς και τα πλούτη της οικογένειας.

Μετά από την σθεναρή αντίσταση και ύστερα από πολιορκία αρκετών ημερών, οι πειρατές για επιτύχουν την κατάληψη του Πύργου έκοψαν την παροχή νερού από την πηγή των «Πεταλούδων». Οι αδελφοί απελπισμένοι μετά από αυτό, αντί να παραδώσουν την αδελφή τους σε χέρια άθεων και αλλοφύλων προτίμησαννα την σκοτώσουν, ύστερα δε αποφάσισαν να κάνουν ηρωική έξοδο. Κατά τη διάρκεια της εξόδου από τον Πύργο και τα 12 αδέλφια βρήκαν τραγικό θάνατο από τους πειρατές.

Μέσα στον ερειπωμένο Πύργο υπάρχει και σχετική μαρμάρινη επιγραφή που λέει για την ίδρυση του.

Βιβλιογραφία: Νικηφόρου Γ. Κυπραίου
(Τα Πάρια)

πάνω στην αρχή της σελίδας